• Λουκία Λυκίδη

Χρύσα: Η εικαστικός που κατέκτησε την Νέα Υόρκη

Updated: Jul 3

Η ιστορία της ζωής της πλέον αναγνωρίσιμης διεθνώς ελληνίδας εικαστικού μας, της γλύπτριας Chryssa αποκαλύπτει από τι υλικό είναι φτιαγμένο το ταλέντο και η επιτυχία.



ελληνίδα εικαστικός Chryssa

Ήταν φίλη του Άντι Γουόρχολ, του Τζάκσον Πόλοκ και του Γουίλεμ Ντε Κούνιν. Ήταν μόλις 26 όταν έργο της εκτέθηκε για πρώτη φορά στο Μουσείο Γουίτνει της Νέας Υόρκης, ενώ στα 28 της έκανε την πρώτη της ατομική έκθεση στο Γκούγκενγχαιμ της Νέας Υόρκης. Για την τέχνη της έγραψαν διθυράμβους οι μεγαλύτεροι κριτικοί τέχνης και το όνομα της πρόφεραν με σεβασμό οι μεγαλύτεροι γκαλερίστες όπως η Ντόροθι Μίλερ, η Μπέτι Πάρσονς και ο Λίο Καστέλι, ο σύμβουλος αγορών του Λευκού Οίκου. Στην Αμερική η Chryssa –το αληθινό της όνομα ήταν Χρύσα Βαρδέα- υπέγραψε μερικά από τα σημαντικότερα έργα της παγκόσμιας γλυπτικής. Οι "Πύλες της Times Square", τα "Κυκλαδικά βιβλία", η "Κλυταιμνήστρα" που οι Αθηναίοι έχουν την τύχη να βλέπουν έξω από το Μέγαρο Μουσικής είναι μερικά από τα πιο γνωστά από τα 500 περίπου έργα που δημιούργησε στην διάρκεια της ζωής της, 130 από τα οποία φιλοξενούνται στα διασημότερα μουσεία του κόσμου, όπως το Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης του Παρισιού ή το MOMA της Νέας Υόρκης. Στην Αμερική έζησε και δημιούργησε 47 ολόκληρα χρόνια για να επιστρέψει εδώ μόνο προς το τέλος της ζωής της, όπου και άφησε την τελευταία της πνοή λίγο πριν τα Χριστούγεννα του 2013 στο σπίτι που ζούσε τα τελευταία χρόνια στην Κηφισιά.

Η Χρύσα στον χώρο του Σινέ Όασις που χρησιμοποιούσε σαν ατελιέ
Η Χρύσα στον χώρο του Σινέ Όασις που χρησιμοποιούσε σαν ατελιέ

Μια ελληνίδα στη Νέα Υόρκη


" Όταν πρωτοπήγε στην Νέα Υόρκη, περπατούσε στους δρόμους του Μανχάταν και κοιτούσε τα φωτισμένα κουδούνια" εξομολογήθηκε χρόνια πριν στον κριτικό τέχνης, μελετητή του έργου της αλλά και προσωπικό της φίλο Τάκη Μαυρωτά. «Της δίνανε μια ελπίδα ζωής, μια ελπίδα ότι υπήρχαν άλλοι άνθρωποι, ίσως και πάρα πολύ ενδιαφέροντες μέσα σε αυτόν τον λαβύρινθο της Νέας Υόρκης» μου λέει ο ίδιος. Την γνώρισε εικοσιπέντε χρόνια πριν στο στούντιο της στο 863 της οδού Broadway στο Σόχο, εκείνη ήδη μια καταξιωμένη καλλιτέχνης πια, λίγο καιρό πριν η ίδια έρθει στην Αθήνα με πρόσκληση του Χρήστου Λαμπράκη για να δημιουργήσει τα "Τοπία Πόλεων" στον χώρο που της είχε παραχωρηθεί σαν ατελιέ σε έναν παλιό κινηματογράφο στο Παγκράτι, το Σινέ Όασις.

To έργο της Chryssa Chinese (1984)
To έργο της Chryssa Chinese (1984)

«Το ατελιέ της στην Νέα Υόρκη σου έδινε την αίσθηση ενός ναού της τέχνης» θυμάται ο Τάκης Μαυρωτάς. «Ένας ολόκληρος όροφος με κίονες ιωνικού ρυθμού και γύρω γύρω τα τεράστια γλυπτά της από νέον και το υλικό που φτιάχνονται τα αεροσκάφη. Στα τραπέζια έβλεπες να απλώνεται όλη η καριέρα της μέσα από τα λευκώματα των εκδόσεων Thames & Hudson καιAbrams». Από το ατελιέ της θα περάσουν μεγάλοι καλλιτέχνες, κριτικοί και έμποροι της τέχνης αλλά και οι λιγοστοί αφοσιωμένοι φίλοι. Εκεί θα βρεθεί και η νεαρή τότε ανιψιά της, δημοσιογράφος Ελένη Πετάση, κόρη της αδερφής της, Μαρίας. «Όσο επιβλητικό και γεμάτο από τα τεράστια μνημειακά έργα της ήταν το σαλόνι, τόσο γεμάτη λουλούδια και φως, τόσο τρυφερή, ήταν η κρεβατοκάμαρα της». θυμάται η Ελένη Πετάση. Μαζί γύριζαν από γκαλερί σε γκαλερί. «Θυμάμαι μου έδειχνε τα έργα καλλιτεχνών, μου εξηγούσε και μου έλεγε. Δεν φτάνει μόνο το ταλέντο και η δουλειά για να πετύχεις. Μεγάλη σημασία έχει και η τύχη». Θυμάμαι είχαμε πάει και σε μια παράσταση του Μπομπ Γουίλσον, όταν τότε ήταν ακόμη άγνωστος. Ήταν και καταπληκτική μαγείρισσα». Μέσα σε αυτό το ατελιέ ακούραστα δουλεύει προσπαθώντας να αρθρώσει την τέχνη της. «Δεκαέξι με είκοσι ώρες την ημέρα, ακούγοντας τον αγαπημένο της Μπαχ και τρώγοντας μπιζελόσουπα που έπαιρνε από το απέναντι εβραικό εστιατόριο. Μέρα νύχτα χωρίς να ξέρει τι καιρό έκανε έξω, αν ήταν Χριστούγεννα ή Πρωτοχρονιά, τόσο αφοσιωμένη σε αυτό που έκανε», μου λέει ο Τάκης Μαυρωτάς.


Η Chryssa δουλεύοντας στο ατελιέ


Ζωγραφίζοντας με κιμωλία


Μεγαλώνοντας η Ελένη Πετάση ακούει διηγήσεις για την θεία της. Για το πόσο ατίθαση ήταν μικρή, για το πώς έβγαινε στους δρόμους της γειτονιάς της στου Ζωγράφου και ζωγράφιζε στους τοίχους με κιμωλία.. «Ήταν ελεύθερο πνεύμα. Θα μπορούσε κανείς να την πει εκκεντρική ή τουλάχιστον ασυνήθιστη για γυναίκα της εποχής της». Είναι λίγες οι φορές που η ίδια μιλά για τα παιδικά της χρόνια. «Δεν γνώρισα πατέρα. Πέθανε πριν γεννηθώ. Η μητέρα μου έμεινε φτωχή με τρία ορφανά κορίτσια, Νοικιάζαμε μερικά δωμάτια για να τα βγάλουμε πέρα. Ήμουν η μικρότερη από τις δύο αδερφές μου» θα πει στον Τάκη Μαυρωτά στο βιβλίο του με τίτλο Χρύσα που κυκλοφόρησε το 2011 από τον Δημοσιογραφικό Οργανισμό Λαμπράκη σε μια από τις σπάνιες εξομολογήσεις της που φωτίζουν λεπτομέρειες της ζωής της που δεν είχαν γίνει γνωστές πριν. «Στον πόλεμο η Γκεστάπο με συνέλαβε δυο φορές. Με ανέκριναν για την μητέρα και την αδερφή μου, που ανήκαν σε μια αντιστασιακή οργάνωση.. Ζωγράφιζα σημαίες σε κομμάτια χαρτί και τις πετούσα στους δρόμους». Για τα παιδικά της χρόνια θα πει. «Μου άρεσε το σχολείο, ήθελα να φεύγω από το σπίτι. Αλλά μου άρεσε να φεύγω και από το σχολείο, να κάνω περιπάτους στον Εθνικό Κήπο, στο Ζάππειο, στην Αίγλη. Έβλεπα και κινηματογράφο, ταινίες όπως τα Ανεμοδαρμένα Ύψη». Η Χρύσα σπουδάζει σε σχολή κοινωνικών λειτουργών. «Μετά το σεισμό της Ζακύνθου το 1953 με επιστράτευσαν. Έμοιαζε σαν ταινία τρόμου. Ζούσαμε σε αντίσκηνα χωρίς ρεύμα και με το νερό της βροχής να μπαίνει μέσα. Εκεί έκανα την πρώτη μου ζωγραφιά. Ήταν μια θλιβερή ζωγραφική με θέμα τα ερείπια του σεισμού. Εκείνα τα χρόνια διάβαζα ανελλιπώς την στήλη του Άγγελου Προκοπίου στην Καθημερινή και βρήκα τρόπο να του δείξω το έργο μου. «Βλέπω ορισμένες περιοχές φτιαγμένες από μεγάλο μετρ», μου είχε πει. Αυτό ήταν η αρχή. Με όσα χρήματα είχα μαζέψει τα εγκατέλειψα όλα και έφυγα για το Παρίσι». Εκεί θα σπουδάσει στην Ακαδημία Grand Chaumiere σύντομα όμως φεύγει για το Σαν Φρανσίσκο. Ήθελε να γνωρίσει την Αμερική. Πίστευε ότι εκεί θα απολάμβανε μεγαλύτερη ελευθερία. Το 1956 εγκαθίσταται στην Νέα Υόρκη. Ο καλλιτέχνης Μιχάλης Λεκάκης την πληροφορεί ότι το Μουσείο Γουίτνει θα φιλοξενήσει μια έκθεση με νέους καλλιτέχνες και αν θέλει να συμμετέχει πρέπει να παρουσιάσει ένα άλμπουμ με φωτογραφημένα τα έργα της. Ελλείψει χρημάτων η φίλη της ζωγράφος Άγκνες Μάρτιν προθυμοποιείται να της τα φωτογραφίσει αλλά τελικά φτάνει στο Μουσείο εκπρόθεσμη. Η υπάλληλος στην υποδοχή του μουσείου αισθάνεται την απογοήτευση της και δέχεται να πάρει το άλμπουμ. Της λέει να περάσει την επομένη να το πάρει. Όταν η Χρύσα επιστρέφει την ενημερώνει χαμογελαστή ότι την περιμένει στο γραφείο του ο διευθυντής του Μουσείου. Της λέει πως διάλεξαν το μεγαλύτερο έργο της για να τοποθετηθεί στο κέντρο της έκθεσης . Είναι 1959 όταν το "Τόξο" εκτίθεται στην κεντρική περίοπτη θέση στο Γουίτνει. «Η φίλη μου Άγκνες Μάρτιν και πάλι, με βοήθησε να καθαρίσω το έργο από την σκόνη και μαζί πήγαμε στα εγκαίνια της έκθεσης χωρίς να ξέρουμε τίποτα από δημόσιες σχέσεις και κοινωνικές επαφές. Πολύ νωρίς γυρίσαμε στο ατελιέ. Βλέπεις ήμασταν αφοσιωμένες μόνο στην τέχνη. Την Κυριακή νωρίς το πρωί χτύπησε το τηλέφωνο και η Άγκνες μου λέει να αγοράσω τους New York Times. O τότε μεγάλος κριτικός τέχνης Στιούαρτ Πρίνστον έγραφε πως "η έκθεση στο μουσείο Γουίτνει ήταν μια τεράστια αποτυχία με εξαίρεση τον Αλεξάντερ Κάλντερ και μια νέα καλλιτέχνιδα με το όνομα Χρύσα". Αυτό το άρθρο το 1959 με έκανε γνωστή και σχεδόν αμέσως με ανέλαβε η γκαλερί της Ντόροθι Μίλερ Αυτή είναι η πιο ωραία ιστορία της ζωής μου» αναφέρεται στο βιβλίο Χρύσα.

Έργο από αλουμίνιο και νέον
Έργο από αλουμίνιο και νέον

Δωρικός Ρυθμός


Το 1961 θα ακολουθήσει η πρώτη ατομική στο Γκούγκενχαιμ με εκθέματα όπως το "Τόξο", οι "Εφημερίδες", το "γράμμα F", το "γράμμα Ε" και τα "Κυκλαδικά Βιβλία", ενώ λίγο καιρό μετά συμμετέχει στην ομαδική έκθεση "Δεκάξι Αμερικανοί Καλλιτέχνες" στο Μουσείο Μοντέρνα Τέχνης. Μεγάλοι τεχνοκριτικοί μιλούν για την καινοτομική και πρωτοποριακή γλυπτική της Χρύσας, στην οποία βρίσκουμε μια άμεση σύνδεση με την σοφία της αρχαίας γλυπτικής. Ο καλλιτέχνης Δημήτρης Αντωνίτσης από την νεότερη γενιά καλλιτεχνών που την γνώριζε προσωπικά επιχειρεί να εξηγήσει την απήχηση που είχε το έργο της στην Αμερική. «Ήταν natural force. Είχε ένα έντονο δωρικό στοιχείο που αρέσει πολύ στους ανθρώπους στο εξωτερικό. Την Χρύσα την κατάλαβα καλύτερα όταν δυο χρόνια πριν αγόρασα ένα σπίτι στην Μάνη. Τότε συνειδητοποίησα ότι η Χρύσα ήταν τυπική Μανιάτισσα. Αν θα την παρομοίαζα με κάτι θα ήταν με τις άνυδρες ελιές έξω από τη Αρεόπολη που επιβιώνουν με όλους τους καιρούς». Στην δεκαετία του ’80 θα δημιουργήσει μερικά από τα διασημότερα έργα της χρησιμοποιώντας το νέον, ένα παρεξηγημένο υλικό που βρέθηκε στο απόγειο του στις κιτς επιγραφές στο Λας Βέγκας. Θα πειραματιστεί με τα γράμματα και με τους αριθμούς, θα δημιουργήσει τεράστια μνημειακά έργα, θα βάλει τον ήχο και την μουσική στα έργα της. Ακόμη και το νέον θα αποκτήσει μουσικότητα, αναβοσβήνοντας με συγκεκριμένο ρυθμό σαν να ακολουθεί μια παρτιτούρα. Το 1990 έρχεται στην Ελλάδα προσκεκλημένη του Χρήστου Λαμπράκη. Το Σινέ Όασις, ένας εγκαταλειμμένος κινηματογράφος στο Παγκράτι θα γίνει το ατελιέ μέσα στο οποίο θα δημιουργήσει έργα όπως τα "Τοπία Πόλεων", Το "Πέταγμα των Πουλιών" και φυσικά το έργο "Κλυταιμνήστρα" που θα τοποθετηθεί έξω από το κτίριο του Μεγάρου.

«Μπαίνοντας μέσα σε αυτόν τον χώρο την έβλεπες σκυμμένη για ώρες πάνω από το τραπέζι, να προσέχει κάθε λεπτομέρεια των σχεδίων που θα καθοδηγούσαν τους συνεργάτες της στο κόψιμο και την επεξεργασία του ακριβού και δύσκολου υλικού από το οποίο φτιάχνονταν τα αεροσκάφη, σε τεράστιες μνημειακές φόρμες που έφταναν και τα δυόμιση μέτρα. Ήταν πια μια διάσημη καλλιτέχνης, σίγουρη για αυτό που έκανε. Ήταν αποφασιστική, δεν έδειχνε να βασανίζεται από διλήμματα» μου λέει ο Τάκης Μαυρωτάς που την παρακολούθησε για να καταγράψει αυτό που λίγο καιρό μετά θα γινόταν το αντικείμενο του βιβλίου Chryssa:Σινέ Οασις 1990-1995. Ανάμεσα στα έργα που δημιουργούνται στο Σινέ Όασις βρίσκεται και το αυτοβιογραφικό Ambulance με τον ήχο του ασθενοφόρου να αναστατώνει τις αισθήσεις, ένα έργο που μιλά για την περίοδο που η Χρύσα χρειάστηκε να εισαχθή σε ψυχιατρική κλινική. Ήταν στην έκθεση Documenta στο Κάσελ της Γερμανίας στα τέλη της δεκαετίας του ’70 που η Χρύσα θα κάνει μια πολύ σημαντική γνωριμία που γίνεται αφορμή για την δημιουργία ενός από τα σημαντικότερα έργα της. Το ζεύγος Μέτερνιχ ενθουσιασμένο από την χρήση του νέον στις δημιουργίες της, της ζητά να διαμορφώσει ανάλογα το σαλόνι στον πύργο τους. Εκείνη κλείνει τα παράθυρα με έργα από νέον εμποδίζοντας την θέα του χώρου στους κήπους και το δάσος. Ο χώρος αυτός, το Metternich Dining Room θα φωτογραφηθεί σε πολυάριθμα περιοδικά τέχνης και αρχιτεκτονικής σε όλο τον κόσμο.


Τα πρώτα χρόνια στο ατελιέ της στη Νέα Υόρκη
Τα πρώτα χρόνια στο ατελιέ της στη Νέα Υόρκη

ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ Κάποιοι από τους ανθρώπους που την έζησαν την περιγράφουν σαν την εσωστρεφή, απορροφημένη στο έργο της καλλιτέχνη. «Την θυμάμαι να μιλά ατέλειωτες ώρες για την γλυπτική, για τους μεγάλους καλλιτέχνες που συναναστράφηκε και κάποια στιγμή να σταματάει να αφηγείται και να με ρωτά «Τάκη είσαι ευτυχισμένος;». Αυτήν την αιφνίδια ερώτηση πάντα την θυμάμαι. Τόσο απλή ερώτηση μα τόσο σημαντική. Τις πιο αιφνίδιες ώρες της νύχτα θα άκουγες να σε πάρει για να ακούσει τί κάνεις και απότομα μετά να σου κλείσει το τηλέφωνο» λέει συγκινημένος ο αγαπημένος μακροχρόνιος της φίλος.Ο Δημήτρης Αντωνίτσης θυμάται τις εξόδους τους στα ήσυχα νεουορκέζικα στέκια που αγαπούσε –«μακριά από τα posh εστιατόρια του Σόχο» αλλά και την επιμονή της να καπνίζει σε πείσμα των αντικαπνιστών Αμερικανών. «Θυμάμαι είχαμε πάει σε ένα ιταλικό και άναψε το τσιγάρο της δίπλα από μια οικογένεια με ένα μωρό στο καρότσι. Τίποτα δεν μπορούσε να μπει ανάμεσα σε αυτήν και το αγαπημένο της τσιγάρο». Ήταν σε μια συνέντευξη της λίγα χρόνια πριν στα Νέα και τον Θανάση Νιάρχο που είχε μιλήσει για τον Άντι Γουόρχολ και τα νεουορκέζικα πάρτι. «Ο κόσμος τον φαντάζεται ως έναν άνθρωπο ιδιότροπο και sui generis. Μιλούσες όμως μαζί του όχι μόνο για την τέχνη αλλά και για πολύ απλά πράγματα. Τον έβλεπα στα πάρτι. Δεν άφηνε κυριολεκτικά κανένα και εκεί έκανε πάντα τον σοβαρό και τον σπουδαίο».

Από νεαρή ηλικία της άρεσε να φοράει χρώματα. «Αγάπαγε τα μοτίβο της Etro» θυμάται ο Τάκης Μαυρωτάς από το τελευταίο τους ταξίδι στην Ρώμη. «Ντυνόταν σαν να σχεδιάζει» μου λέει η Ελένη Πετάση. Ο Δημήτρης Αντωνίτσης πάλι θυμάται τις πειρατικές μπότες που αγάπησε στην βιτρίνα της τότε νέας μπουτίκ της Vivien Westwood στο Σόχο. Τα τελευταία δώδεκα χρόνια στο πλευρό της βρέθηκε η βοηθός της Αναλίς Πουπέσκο. Μαζί ταξίδεψαν σε διάφορα σημεία του πλανήτη, γυρίζοντας σε μουσεία και γκαλερί. Η Αναλίς, φίλη της, βοηθός και ο άνθρωπος που την συντροφεύει τα τελευταία χρόνια της ζωής της εγκαθίσταται μαζί της στο σπίτι της στην Κηφισιά όταν εκείνη αποφασίζει να εγκατασταθεί μόνιμα στην Ελλάδα. Η τέχνη της Χρύσας κατέλαβε τόσο μεγάλο μέρος της ζωής της που δεν άφησε χώρο για προσωπική ζωή. Η ίδια ποτέ δεν εξομολογήθηκε αν το είχε ποτέ μετανιώσει. Οι δύο τελευταίες εκθέσεις της καριέρας της θα γίνουν στην Ελλάδα. Η μία στο Ευρωπαικό Κέντρο Δελφών και η άλλη στο Mihalarias Art Center το 2000. "Το φθινόπωρο θα μπω σε ένα καινούργιο ατελιέ", έλεγε στους καλούς της φίλους καθισμένη στην πολυθρόνα στο σαλόνι του σπιτιού της στην Κηφισιά αγκαλιά με το σκυλάκι της το Πούπουλο. Στις 23 Δεκεμβρίου νικημένη από πολλαπλά προβλήματα υγείας, η Χρύσα άφησε την τελευταία της πνοή σε ηλικία ογδόντα ετών, μέσα στις αποχρώσεις του μπλε και του κόκκινου νέον που τα έργα της αντανακλούσαν στο δωμάτιο. Την ίδια ώρα χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά, η πόλη που την ανέδειξε και το έμβλημα της, η Times Square στεκόταν κατάφωτη περιμένοντας τα Χριστούγεννα.

11 views